Θάλασσα.

Θάλασσα.

Μία πίκρα

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα

κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,

στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,

στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη

ζωούλα προβάλλει,

καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα

τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:

Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι

στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,

στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου,

μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,

δὲν γνώρισα κι ἄλλη:

Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη

καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο κοντά μου καὶ πάλι

τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,

τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,

μιὰ πίκρα μεγάλη, κ

αὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα

τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου

καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,

ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες

καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη,

μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη, μιὰ πίκρα μεγάλη,

ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη

καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο τῶν πρώτων μας χρόνων

κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης K. Καρυωτάκης ι

Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη

του ιδανικού. Και το όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.

Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα

κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές

λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του

φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά,

εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας

κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα

μαλλιά. Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα

χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα

λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.

Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το

τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και

παρηγορεί.

Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες

επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές.

Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά,

ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι

σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά

τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια

ζυγίζονταν στις κεραίες.

Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον

ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των

μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια

μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν

πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ'

άλλα -- ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό

πέλαγος -- ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα.


Το Εγκώμιο της Θαλάσσης K. Καρυωτάκης ιι

Ἔζησε κανεὶς θλιβερὰ πράγματα. (Σπίτια μαῦρα,

κλειστά. Ἀναιμικά, ἐξόριστα δέντρα τοῦ δρόμου. Ἡ

«μαντάμα» μετράει ἀπογοητευμένη τὶς μάρκες της.

Στὴν πλατεία οἱ λοῦστροι, κουρασμένοι νὰ κάθονται,

σηκώνονται καὶ παίζουν μεταξύ τους. Ὁ νέος

νομάρχης, μὲ μονόκλ, ἐπροσφώνησε τοὺς

ὑπαλλήλους. Δίπλα ἐξύπνησαν γιὰ νὰ πάρουν τὸ

τρένο. Ποτὰ ἀνδρῶν 10 δρ., ποτὰ γυναικῶν 32,50 δρ.)

Στὸν ἄνεμο ἀνοίγει ἕνα παράθυρο, κ᾿ ἔρχεται

μπροστά μας. Ὅλα ξεχνιοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ, ἄσπιλη,

ἀπέραντη, αἰώνια. Μὲ τὸ πλατύ της γέλιο σκεπάζει

τὴν ἀσχήμια της. Μὲ τὴ βαθύτητά της μυκτηρίζει. Ἡ

ψυχὴ τοῦ ἐμπόρου πεθαμένη καὶ περπατεῖ. Ἡ ψυχὴ

τῆς κοσμικῆς κυρίας φορεῖ τὰ πατίνια της. Ἡ ψυχὴ

τοῦ ἀνθρώπου λούζεται στὴν ἁγνότητα τῆς

θαλάσσης. Βρίσκει ἡ νοσταλγία μας διέξοδο καὶ ὁ

πόνος μας τὴν ἔκφρασή του.


Η θάλασσα, του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –

μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,

ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.


Καβάφης - Φωνή απ' την θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —

φωνή που μπαίνει

μες στην καρδιά μας και την συγκινεί

και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,

τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,

ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.

Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,

όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη

0σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις τες ψυχές δροσάτα

η μελωδία της. Τα περασμένα νιάτα

θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καημό.

Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,

αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε

μες στων κυμάτων τον γλυκό ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,

τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,

ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.

Και σαν κοιτάζεις την υγρή της πεδιάδα,

σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,

τον κάμπο της που 'ναι κοντά και τόσο μακρινός,

γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει

το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει

και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.

Κι αν είσαι νέος, μες στες φλέβες σου θα τρέξει

της θάλασσας ο πόθος· θα σε πει μια λέξι

το κύμα απ' τον έρωτά του, και θα βρέξει

με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Τα υπο-κινούμενα, της Κικής Δημουλά

Κάποιος θα είπε στη θάλασσα, με κούρασες

κι είναι ως πνιγμένη,

γιατί αυτή η στεγνή αλήθεια

είναι πιο θάλασσα απ' όλες

και είναι πιο βυθός απ' όλους τους βυθούς.

Των γλάρων τα πετάγματα

σκίτσα μοιρολατρίας και αστάθμητων.

Μια κίτρινη ψαρόβαρκα στάζεται

στο πρόθυρο χρώμα του μπλε: υπογαλάζιο.

Ακολουθεί το σκούρο μπλε

̶ σκούρος βαθύς έρωτας ̶

σε μια στιλπνή οριστικότητα

κι ύστερα θάμπωμα και ξέφτισμα

σε τανυσμένο άχρωμο με κούρασες.

Τυχωδιωκτισμοί αποχρώσεων,

υγρές προσβάσεις αστάθειας.

Τσαλαβουτάνε αντίκρυ τα βουνά

στ' απόνερα του μάκρους.

Το Πέρα

δαγκώνει άγρια τις ταχύτητες

τρεχαντηριών και πετρελαιοφόρων.

Κάτι βραδύπνοα διχαλωτά κατάρτια

ρίχνουν ελεημοσύνη

στο απένταρο απέραντο.

Πολυτάξιδο είναι το βάσανο

σε μικρές και μεγάλες αντοχές.

Πολύ κοντά στη θάλασσα τα πεύκα.

Πολλά τζιτζίκια κάθονται πάνω στα δέντρα,

όσα τ' ασβάσταχτα που κάθονται πάνω στις μέρες.

Οι φωνές τους, ριγμένες

στα κάτεργα της ζέστας,

όγκους καλοκαιριού φορτώνουν

στων μερμυγκιών το σβέλτο σκόνταμα,

στις φαρδιές πλάτες των ζουζουνισμών.

Προχωρώ.

Προηγείται το προηγούμενο.

Η θάλασσα ως πνιγμένη.

Ευθανασία του αφρού

στην αγκαλιά της άκρης.

Θα ξανάρθω λέει ο αφρός στα χαλίκια

Να ξανάρθεις.

Ένα όστρακο άδειο κατάφερε

τη μεγάλη περίληψη.

Φεύγει η μέρα. Το μικρό όνομά της

το αδειάζει βαφή στα μαλλιά της η δύση.

Στης ακοής το στερέωμα

ανατέλλουν χιλιάδες τριζόνια,

ηχεία των αστάθμητων.

Ανοίγουν το μακρύ κατάλογο

των παρηγοριών

ποια να πρωτοφωνάξουν.

Τουλάχιστον

ν' αλλάζεις πότε πότε το νερό στις φωτογραφίες μου.


Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε